πρόσθεση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρόσθεση
- ˈpɾo.sθe.si
Where it comes from
πρόσθεση < αρχαία ελληνική πρόσθεσις < προστίθημι < πρός + τίθημι
noun πρόσθεση · προσθέσεις · πρόσθεσης · προσθέσεων
- η αριθμητική πράξη (δυαδικός τελεστής) του αθροίσματος δύο αριθμών ※ «Στην πρόσθεση αν αλλάξουμε τα ζευγάρια των αριθμών που προσθέτουμε, το άθροισμά τους δεν αλλάζει. Αυτό λέγεται προσεταιριστική ιδιότητα της πρόσθεσης» (Δημήτρης Χασάπης, Μαθαίνω μαθηματικά με τη μέθοδο Μοντεσσόρι: Δραστηριότητες για παιδιά 5 έως 12 ετών, εκδ. Μεταίχμιο, 2026, σελ. 80)
-
η συνένωση δύο ή περισσότερων πραγμάτων ή ποσοτήτων
Similar: προσθήκη
In English
Talk about this word "πρόσθεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. πρόσθεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7 "πρόσθεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρόσθεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}