πρόσληψη
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
πρόσληψη
Limetoka wapi
πρόσληψη < αρχαία ελληνική πρόσληψις < προσλαμβάνω
nomino πρόσληψη · προσλήψεις · πρόσληψης · προσλήψεων
- η αποδοχή ενός ατόμου στο εργατικό δυναμικό μιάς επιχείρησης ή η ανάθεση σε αυτόν μιας μόνιμης εργασίας έναντι σταθερής αμοιβής
- η αποδοχή, μεταβόλιση και αφομοίωση διατροφικών στοιχειων από τον οργανισμό
- η αντίληψη και αποδοχή νέων παραστάσεων ※ Η ιστορική απροσδιοριστία του αγοραίου μέλλοντος διαθλώντας στους όρους πρόσληψης του αγοραίου παρόντος. Ακόμα λοιπόν και στο πλαίσιο του laisser passer, ορισμένες εξωαγοραίες παρεμβάσεις στη διαδικασία εκτύλιξης του κοινωνικού «γίγνεσθαι» δεν θα έπρεπε να αποκλείονται. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η
Kwa Kiingereza
- employment act of employing
Zungumza kuhusu neno hili "πρόσληψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. πρόσληψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7 "πρόσληψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {πρόσληψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}