πρόσοψη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρόσοψη

  • ˈpɾo.so.psi

Sounds like προσόψι

Where it comes from

πρόσοψη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόσοψις

noun πρόσοψη · προσόψεις · πρόσοψης · προσόψεων

  1. η όψη ενός κτιρίου από μπροστά ※ Κοιτάζει τους τοίχους, τις προσόψεις των κτιρίων. Είναι «βαμμένοι». Καλυμμένοι με γκράφιτι, καλικαντζούρες και ορνιθοσκαλίσματα . Το μάτι κολλάει πάνω τους αφηρημένο, καταγράφει, χωρίς απαραιτήτως να βγάζει κάποιο νόημα. Πού και πού διαβάζει συνθήματα. Δηλώσεις και παραγγέλματα. (Μαριαλένα Σεμιτέκ

    Similar: φάτσα

  2. general, γενικότερα η εξωτερική όψη
  3. familiar, ironic, οικείο, ειρωνικό το πρόσωπο ενός ανθρώπου τον άρχισαν στα μπουνίδια και μέσα σε λίγη ώρα του έκαναν την πρόσοψη «καινούρια»!

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρόσοψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρόσοψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%88%CE%B7

Chicago

"πρόσοψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%88%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρόσοψη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%88%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}