πρόσφυγας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρόσφυγας¹
Where it comes from
πρόσφυγας < (ελληνιστική κοινή) πρόσφυξ < προσφεύγω < πρός + αρχαία ελληνική φεύγω
noun πρόσφυγας · πρόσφυγες · πρόσφυγα · προσφύγων
- που αναγκαστικά εγκαταλείπει τον τόπο μόνιμης διαμονής και κατοικίας και για διάφορους λόγους προσφεύγει ή καταφεύγει σε γειτονική χώρα ※ Ανοίγεις πραγματικά την ψυχή σου στο κοινό; Κι αν ναι, αισθάνεσαι πραγματικά αυτοεξόριστος, πρόσφυγας στην ίδια σου τη χώρα; Την αποκαλείς Χώρα της Φαιδράς Πορτοκαλέας, Νεοελληνιστάν και τόσα άλλα. Τι σ ' έκανε να στραφείς τόσο έντονα εναντίον της; Δεν είσαι κι εσύ, άραγε, ένας εκπρόσωπος όσων κατ
Πρόσφυγας²
Where it comes from
Πρόσφυγας < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Πρόσφυγας · Προσφυγαίοι · Πρόσφυγα · Προσφυγαίων · Προσφυγαίους
- ανδρικό επώνυμο
In English
- refugee person seeking political asylum
Talk about this word "πρόσφυγας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πρόσφυγας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B1%CF%82 "πρόσφυγας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρόσφυγας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}