πρότερος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρότερος

  • ˈpɾo.te.ɾos

Where it comes from

πρότερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρότερος.

adjective πρότερος · πρότερη · πρότερο · πρότερου · πρότερης

  1. αυτός που αλληλουχιακά προηγείται κάτι ή κάποιου άλλου ※ Επομένως, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα, (θετικά), περιστατικά έντιμης ζωής με αξιοσημείωτη και επιβραβεύσιμη συμπεριφορά μέχρι την τέλεση της πράξης και απόδειξη θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης σε όλους

In English

  • antecedent any thing that precedes another thing
  • past having already happened; in the past

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρότερος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρότερος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"πρότερος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρότερος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}