πρύτανης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρύτανης
- ˈpɾi.ta.nis
Where it comes from
πρύτανης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρύταν(ις) + κατάληξη δημοτικής -ης. Για τον πρύτανη ιδρύματος, σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Rektor ή από τη γαλλική recteur < λατινικά rector (που κυβερνά)
noun πρύτανης · πρυτάνεις · πρύτανη · πρυτάνεως · πρυτάνεων
- στην αρχαία Ελλάδα, ανώτατος άρχοντας
- στην αρχαία Αθήνα, καθένας από τους πενήντα βουλευτές της ίδιας φυλής, που διοικούσαν τη βουλή κατά το ένα δέκατο κάθε χρόνου
- καθηγητής ή καθηγήτρια ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, που εκλέγεται από το Διοικητικό Συμβούλιο για ορισμένη θητεία (ένα, δύο ή τρία χρόνια), ως προϊστάμενος της διοίκησης του ιδρύματος
- τιμητική έκφραση για κάποιο ηλικιωμένο αλλά και εξέχον πρόσωπο που θεωρείται ότι έχει κορυφαία προσφορά στον τομέα του
In English
- rector headmaster or headmistress
- elder statesman respected elderly political leader
Talk about this word "πρύτανης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πρύτανης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%82 "πρύτανης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρύτανης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}