πρώτος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρώτος¹
- ˈpɾo.tos
Where it comes from
πρώτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρῶτος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pr̥H-
number πρώτος · πρώτη · πρώτο · πρώτου · πρώτης
- που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ένα, που δεν έχει άλλον πριν από αυτόν
- που ηγείται πρώτος μεταξύ ίσων
- ο καλύτερος ήταν ο πρώτος μαθητής στο σχολείο
- σε ένδειξη επιδοκιμασίας είσαι και ο πρώτος
- για αριθμό που δεν έχει άλλους διαιρέτες εκτός από τον εαυτό του και το 1
- τιμητικός τίτλος που έφερε ο επικεφαλής μιας μοναστικής πολιτείας ή ο προεδρεύων στις αγιορείτικες συνάξεις
- Όρος της ναυτικής αργκό που αναφέρεται -χάριν συντομίας- στον Α' Μηχανικό (ανώτερο αξιωματικό μετά τον Πλοίαρχο) ενός πλοίου. ※ «σ' έστειλε ο Πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις» (στίχος από το ποίημα "Θεσσαλονίκη" του Νίκου Καββαδία)
Πρώτος²
Where it comes from
Πρώτος < πρώτος
proper noun Πρώτος · Πρώτοι · Πρώτου · Πρώτων · Πρώτο · Πρώτους
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "πρώτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πρώτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82 "πρώτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρώτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}