πρώτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρώτος¹

  • ˈpɾo.tos

Where it comes from

πρώτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρῶτος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pr̥H-

number πρώτος · πρώτη · πρώτο · πρώτου · πρώτης

  1. τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ένα, που δεν έχει άλλον πριν από αυτόν
  2. που ηγείται πρώτος μεταξύ ίσων
  3. ο καλύτερος ήταν ο πρώτος μαθητής στο σχολείο
  4. familiar, οικείο σε ένδειξη επιδοκιμασίας είσαι και ο πρώτος
  5. μαθηματικά για αριθμό που δεν έχει άλλους διαιρέτες εκτός από τον εαυτό του και το 1
  6. χριστιανισμός τιμητικός τίτλος που έφερε ο επικεφαλής μιας μοναστικής πολιτείας ή ο προεδρεύων στις αγιορείτικες συνάξεις
  7. ναυτικός όρος Όρος της ναυτικής αργκό που αναφέρεται -χάριν συντομίας- στον Α' Μηχανικό (ανώτερο αξιωματικό μετά τον Πλοίαρχο) ενός πλοίου. ※ «σ' έστειλε ο Πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις» (στίχος από το ποίημα "Θεσσαλονίκη" του Νίκου Καββαδία)

Πρώτος²

Where it comes from

Πρώτος < πρώτος

proper noun Πρώτος · Πρώτοι · Πρώτου · Πρώτων · Πρώτο · Πρώτους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • first numeral first — see also 1st
  • prime first in time, order, or sequence

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρώτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρώτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"πρώτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρώτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}