πρώτων βοηθειών
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρώτων βοηθειών
Where it comes from
πρώτων βοηθειών < υπηρεσία πρώτων βοηθειών
noun πρώτων βοηθειών
- η υπηρεσία που δέχεται τηλεφωνικές κλήσεις και αποστέλλει αυτοκίνητο πρώτων βοηθειών σε ασθενείς και επείγοντα περιστατικά τηλεφωνήσαμε στο πρώτων βοηθειών
- νοσοκομειακό αυτοκίνητο για παροχή πρώτων βοηθειών και μεταφορά ασθενών στο νοσοκομείο Πήραμε τηλέφωνο και ήρθε το πρώτων βοηθειών
Similar: ασθενοφόρο
Thesaurus
noun
Similar: ασθενοφόρο
Talk about this word "πρώτων βοηθειών." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CF%89%CE%BD%20%CE%B2%CE%BF%CE%B7%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026. πρώτων βοηθειών. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CF%89%CE%BD%20%CE%B2%CE%BF%CE%B7%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%BD "πρώτων βοηθειών." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CF%89%CE%BD%20%CE%B2%CE%BF%CE%B7%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρώτων βοηθειών},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CF%89%CE%BD%20%CE%B2%CE%BF%CE%B7%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%BD},
urldate = {2026-11-07}
}