Μίκουιν

πτυχίο

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

πτυχίο

Από πού έρχεται

πτυχίο < ελληνιστική κοινή πτυχίον < αρχαία ελληνική πτῠχη / πτύξ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική diplôme )

ουσιαστικό πτυχίο · πτυχία · πτυχίου · πτυχίων

  1. το δίπλωμα, πιστοποιητικό σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το έγγραφο που δείχνει ότι κάποιος έχει τα τυπικά προσόντα να ασκήσει ένα επάγγελμα. ※ Φανταστείτε λοιπόν, στη χρυσή εποχή του Τρίτου Προγράμματος επί Μάνου Χατζιδάκι, να έχανε ξαφνικά τη θέση του από τη διεύθυνση του Τρίτου, γιατί δεν έχει πτυχίο Πανεπιστημίου! (…) Στην εποχή μας ο καθένας μπορεί να πάρει πτυχίο Πανεπιστημίου ακόμα και σε μεγάλη ηλικία μέσω του Ανοιχτού Πανεπιστημί

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"πτυχίο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πτυχίο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%BF

Chicago

"πτυχίο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πτυχίο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}