πυκνοκατοικημένος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πυκνοκατοικημένος

Where it comes from

πυκνοκατοικημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πυκνοκατοικούμαι <πυκνο- (< πυκνός / πυκνά) + κατοικημένος

verb πυκνοκατοικημένος · πυκνοκατοικημένη · πυκνοκατοικημένο · πυκνοκατοικημένου · πυκνοκατοικημένης

  1. που έχει πολύ και πυκνό πληθυσμό· που χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό κατοίκων ανά μονάδα έκτασης το Χονγκ Κονγκ είναι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες πόλεις του κόσμου και πολλοί κάτοικοί του ζουν κυριολεκτικά σε κλουβιά

Opposite: αραιοκατοικημένος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πυκνοκατοικημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πυκνοκατοικημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"πυκνοκατοικημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πυκνοκατοικημένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}