πυκνωμένος
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
πυκνωμένος
ρήμα πυκνωμένος · πυκνωμένη · πυκνωμένο · πυκνωμένου · πυκνωμένης
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πυκνώνω
Συζήτησε αυτή τη λέξη "πυκνωμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BA%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πυκνωμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BA%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "πυκνωμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BA%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {πυκνωμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BA%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}