πυλωρός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πυλωρός

Where it comes from

πυλωρός <

: * για την ανατομία: (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πυλωρός (αρχαία σημασία: φύλακας, φρουρός πύλης) < πύλ(η) + -ωρός

: * για την πληροφορική: (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πυλωρός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική gatekeeper

noun πυλωρός · πυλωροί · πυλωρού · πυλωρών · πυλωρό · πυλωρούς

  1. ανατομία το τελευταίο τμήμα του στομάχου, πριν την είσοδο της τροφής στο δωδεκαδάκτυλο
  2. (πληροφορική, αγγλικά: gatekeeper) ειδική κατηγορία παρόχου υπηρεσιών πλατφόρμας

In English

  • gatekeeper provider of platform services with specific characteristics

Talk about this word

Cite this
MLA

"πυλωρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BB%CF%89%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πυλωρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BB%CF%89%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"πυλωρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BB%CF%89%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πυλωρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BB%CF%89%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}