πυλώνας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πυλώνας

  • piˈlo.nas

Where it comes from

πυλώνας < αρχαία ελληνική πυλών < πύλη (2,3. μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pylône)

noun πυλώνας · πυλώνες · πυλώνα · πυλώνων

  1. η κυρίως (επιβλητική) πύλη Μία ακόμη πολύ ενδιαφέρουσα διαπίστωση είναι ότι η μνημειακή είσοδος στον ναό περιλάμβανε δύο πυλώνες από ασβεστόλιθο, που ακολουθούνταν από κιονοστοιχία δύο σειρών με τέσσερις γιγαντιαίους κίονες. (*)
  2. μεταλλική ή τσιμεντένια κατασκευή με μεγάλο ύψος, στην οποία στηρίζονται αγωγοί μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος υψηλής τάσης Το νομαρχιακό συμβούλιο ενέκρινε τους περιβαλλοντικούς όρους για τη μετατόπιση των πυλώνων υψηλής τάσης από κατοικημένες περιοχές σε εκτός σχεδίου. (*)
  3. figuratively, μεταφορικά κάτι το οποίο στηρίζει κάτι άλλο και αποτελεί βασική προϋπόθεση ύπαρξής του Κάτω από την πίεση της τρόικας, ο θεσμός των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα του εργατικού δικαίου στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, στήνεται στο απόσπασμα. (*)

In English

  • portal grandiose entrance
  • pylon a towerlike structure used to support high-voltage electricity cables

Talk about this word

Cite this
MLA

"πυλώνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πυλώνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82

Chicago

"πυλώνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πυλώνας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}