πυρ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πυρ

  • piɾ

Where it comes from

πυρ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πῦρ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péh₂wr̥

noun πυρ · -ός

  1. formal, λόγιο φωτιά
  2. επιφωνηματικά εντολή για πυροβολισμό σε μάχη ή σε εκτέλεση - δείτε πιο κάτω
  3. βολή πυροβόλου όπλου ※ Στην κορφή του βουνού ακουστήκαν πριν από λίγο πυκνά πυρά, ησυχία ύστερα απόλυτη.
  4. plural, πληθυντικός ομαδόν επίθεση με πυροβόλα όπλα ή και άλλα μέσα
  5. figuratively, plural, πληθυντικός, μεταφορικά ομαδόν επίθεση λεκτική Ο πρωθυπουργός δέχτηκε τα πυρά όλης της αντιπολίτευσης

interjection πυρ!

  1. στρατιωτικό παράγγελμα διαταγή για εκτέλεση βολής με πυροβόλο όπλο, ή ενεργοποίησης μηχανισμού εκτόξευσης βλήματος (π.χ. τορπίλης, βόμβας βάθους κλπ)

In English

  • fire sport: to shoot, to attempt to score a goal

Talk about this word

Cite this
MLA

"πυρ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πυρ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81

Chicago

"πυρ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πυρ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81},
  urldate = {2026-11-06}
}