πυρ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πυρ
- piɾ
Where it comes from
πυρ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πῦρ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péh₂wr̥
noun πυρ · -ός
- φωτιά
- εντολή για πυροβολισμό σε μάχη ή σε εκτέλεση - δείτε πιο κάτω
- βολή πυροβόλου όπλου ※ Στην κορφή του βουνού ακουστήκαν πριν από λίγο πυκνά πυρά, ησυχία ύστερα απόλυτη.
- ομαδόν επίθεση με πυροβόλα όπλα ή και άλλα μέσα
- ομαδόν επίθεση λεκτική Ο πρωθυπουργός δέχτηκε τα πυρά όλης της αντιπολίτευσης
interjection πυρ!
- διαταγή για εκτέλεση βολής με πυροβόλο όπλο, ή ενεργοποίησης μηχανισμού εκτόξευσης βλήματος (π.χ. τορπίλης, βόμβας βάθους κλπ)
In English
- fire sport: to shoot, to attempt to score a goal
Talk about this word "πυρ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81. Accessed 6 Nov. 2026. πυρ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81 "πυρ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πυρ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81},
urldate = {2026-11-06}
}