πυρετός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πυρετός
- pi.ɾeˈtos
Where it comes from
πυρετός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πυρετός < πῦρ
:* (μεταφορική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική fièvre
noun πυρετός · πυρετοί · πυρετού · πυρετών · πυρετό · πυρετούς
- παθολογική άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος ※ Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)
- η μεγάλη αύξηση της δραστηριότητας ενός ανθρώπου ή σε έναν τόπο
In English
- temperature elevated body temperature
- fever state of excitement (of a person or people)
Talk about this word "πυρετός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πυρετός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82 "πυρετός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πυρετός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}