πυρηνικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πυρηνικός

  • pi.ɾi.niˈkos

Where it comes from

πυρηνικός < πυρήν(ας) + -ικός μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική nucléaire ή από την αγγλική nuclear

adjective πυρηνικός · πυρηνική · πυρηνικό · πυρηνικού · πυρηνικής

  1. που έχει σχέση ή αναφέρεται στον πυρήνα
  2. φυσική που έχει σχέση με τη πυρηνική ενέργεια ※ και οι δύο πλευρές στην κορεατική χερσόνησο πρέπει να «κάνουν περισσότερα για να συμβάλουν στην ειρήνη» και πρόσθεσε πως είναι επιτακτική ανάγκη να επιστρέψουν στις εξαμερείς συνομιλίες για τα πυρηνικά της Βόρειας Κορέας. (Σε κατάσταση συναγερμού ο στρατός της Νότιας Κορέας, skai.gr, 23/11/2010 ht

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πυρηνικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πυρηνικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"πυρηνικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πυρηνικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}