πυροβόλο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πυροβόλο

  • pi.ɾoˈvo.lo

Where it comes from

πυροβόλο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου από την ελληνιστική κοινή πυροβόλος («που ρίχνει φωτιά, πυρ» για αναμμένα βέλη). < με έλλειψη του ουσιαστικού όπλο, μέσω της καθαρεύουσας: «πυροβόλον (ὅπλον)». Παραβάλετε τον ελληνιστικό όρο τὰ πυρόβολα (μηχάνημα εκτόξευσης φλεγόμενων βλημάτων). Κατά τον Χαραλαμπάκη, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arme à feu. → δείτε και το επίθετο πυροβόλος

noun πυροβόλο · πυροβόλα · πυροβόλου · πυροβόλων

  1. φορητό όπλο όπλο που διαθέτει σωλήνα (κάννη) και εκτοξεύει βλήματα με την πίεση αερίων που παράγονται μετά την καύση εκρηκτικής ύλης (σήμερα εμπυρεύματος, αλλά παλιότερα πυρίτιδας) < υπώνυμα: αεροβόλο όπλο, καλίμπρα, κανόνι, καραμπίνα, πιστόλι, τηλεβόλο, τουφέκι
  2. μη φορητό όπλο μεγάλο όπλο, που με την εκτόξευση βαρέων βλημάτων βάλλει πυρά σε κοντινή ή μακρινή απόσταση ※ Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πυροβόλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πυροβόλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF

Chicago

"πυροβόλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πυροβόλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}