πυροσβέστης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πυροσβέστης

  • pi.ɾoˈzve.stis

Sounds like Πυροβέτσης

Where it comes from

πυροσβέστης < πυρο- + σβεσ- (< αρχαία ελληνική σβέννυμι) + -της Δείτε και σβήνω

:: Η λέξη μαρτυρείται από το 1855

noun πυροσβέστης · πυροσβέστες · πυροσβέστη · πυροσβεστών

  1. επάγγελμα μέλος ομάδας/υπηρεσίας/οργανισμού που έχει επιφορτιστεί με το σβήσιμο πυρκαγιών ή/και εξειδικευμένη παροχή βοήθειας σε περιπτώσεις κινδύνου
  2. βαθμός πυροσβεστικής κατώτερος βαθμός στην ιεραρχία της πυροσβεστικής υπηρεσίας, αντίστοιχος του λοχία στο στρατό
  3. figuratively, μεταφορικά το πρόσωπο που κατευνάζει τα πνεύματα σε φιλονικίες, συγκρούσεις, τσακωμούς

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πυροσβέστης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πυροσβέστης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"πυροσβέστης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πυροσβέστης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}