πυρπολικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πυρπολικό
Where it comes from
πυρπολικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πυρπολικός < πυρπολώ < αρχαία ελληνική πυρπολέω / πυρπολῶ < πυρπόλος < πῦρ (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péh₂wr̥) + πέλω (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel-: κινώ, γυρίζω)
noun πυρπολικό · πυρπολικά · πυρπολικού · πυρπολικών
- πολεμικό πλοίο το οποίο το πλήρωμά του το οδηγεί σε σύγκρουση με εχθρικό σκάφος και το βάζει φωτιά, ώστε να καεί και το σκάφος του εχθρού
adjective πυρπολικό · πυρπολικά · πυρπολικού · πυρπολικών
- αιτιατική ενικού του πυρπολικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πυρπολικός
In English
- fireship wooden ship set alight
Talk about this word "πυρπολικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. πυρπολικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C "πυρπολικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πυρπολικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%85%CF%81%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}