πόδι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πόδι

  • ˈpo.ði

Where it comes from

πόδι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόδιον, υποκοριστικό του πούςπρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης

noun πόδι · πόδια · ποδιού · ποδιών

  1. ανατομία άκρο του σώματος ανθρώπων ή ζώων που χρησιμεύει στη στήριξη και στο βάδισμα
  2. ανθρώπινο σώμα το τμήμα του ανθρώπινου σώματος κάτω από τον αστράγαλο ※ χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες,
  3. έπιπλα, αντικείμενα τμήμα επίπλου ή αντικειμένου που προεξέχει και πάνω στο οποίο αυτό στηρίζεται
  4. γεωγραφία επιμήκης χερσόνησος
  5. μονάδα μέτρησης μονάδα μήκους που υποδιαιρείται σε 12 ίντσες και ισούται με 0,30479 μέτρα
  6. rare, σπάνιο, μετρική ο πόδας, ομάδα συλλαβών σε έναν στίχο που ακολουθούν ένα ποιητικό μέτρο

Similar: ποδάρι, κάτω άκρο

Thesaurus

In English

  • leg lower limb from groin to ankle
  • foot part of human body
  • paw soft foot of an animal

Talk about this word

Cite this
MLA

"πόδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πόδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B9

Chicago

"πόδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πόδι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}