πόδι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πόδι
- ˈpo.ði
Where it comes from
πόδι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόδιον, υποκοριστικό του πούςπρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης
noun πόδι · πόδια · ποδιού · ποδιών
- άκρο του σώματος ανθρώπων ή ζώων που χρησιμεύει στη στήριξη και στο βάδισμα
- το τμήμα του ανθρώπινου σώματος κάτω από τον αστράγαλο ※ χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες,
- τμήμα επίπλου ή αντικειμένου που προεξέχει και πάνω στο οποίο αυτό στηρίζεται
- επιμήκης χερσόνησος
- μονάδα μήκους που υποδιαιρείται σε 12 ίντσες και ισούται με 0,30479 μέτρα
- ο πόδας, ομάδα συλλαβών σε έναν στίχο που ακολουθούν ένα ποιητικό μέτρο
Thesaurus
In English
Talk about this word "πόδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. πόδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B9 "πόδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πόδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}