πόθος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πόθος¹

  • ˈpo.θos

Where it comes from

πόθος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόθος

: (βοτανικός όρος) < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική pothos

noun πόθος · πόθοι · πόθου · πόθων · πόθο · πόθους

  1. πολύ δυνατή επιθυμία ※ Ὁ Γερμανὸς διψῶν εὐρυτέρας μαθήσεως καὶ διαφλεγόμενος ἐκ τοῦ πόθου νὰ ἐγκύψῃ συστηματικώτερον περὶ τὴν μελέτην τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας εἰςήχθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μαζαράκη εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης, ἔνθα ἐμορφώθη ἐγκυκλοπαιδικώτερον καὶ ἐπεδόθη περὶ τὴν σπουδὴν ὑψηλοτέρων θεολογικῶν
  2. φυτό αναρριχώμενο φυτό

Πόθος²

Where it comes from

Πόθος < πόθος

proper noun Πόθος · Πόθοι · Πόθου · Πόθων · Πόθο · Πόθους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πόθος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πόθος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%BF%CF%82

Chicago

"πόθος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πόθος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}