πόλωση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πόλωση
- ˈpo.lo.si
Where it comes from
πόλωση < (καθαρεύουσα) πόλωσις < πολώνω + -σις < πόλος < αρχαία ελληνική πόλος < πέλω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel- (κινώ, [γυρίζω]]) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική polarisation)
noun πόλωση · πολώσεις · πόλωσης · πολώσεων
- ονομασία διαφόρων φυσικών φαινομένων που σχετίζονται με τον προσανατολισμό ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (συνήθως εγκάρσιων ως προς τον άξονα μετάδοσής τους)
- φυσικό φαινόμενο στο οποίο το επίπεδο ταλάντωσης του ηλεκτρικού πεδίου του φωτός είναι το ίδιο για όλα τα φωτόνια
- το φαινόμενο της σταδιακής μείωσης μέχρι την εκμηδένιση της έντασης μιας φωτεινής ακτίνας, καθώς αυτή ανακλάται ή διαθλάται
- η επαναφορά της διαφοράς δυναμικού ανάμεσα σε δύο αγωγούς
- η κατάσταση ασυνεννοησίας, αδιαλλαξίας, αντιπαράθεσης και εχθρικών ενεργειών που ανακύπτει ανάμεσα σε δύο πλευρές (πόλους)
In English
- polarization production or condition of polarity
- polarity one of two extremes
Talk about this word "πόλωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. πόλωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7 "πόλωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πόλωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}