πόλωση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πόλωση

  • ˈpo.lo.si

Where it comes from

πόλωση < (καθαρεύουσα) πόλωσις < πολώνω + -σις < πόλος < αρχαία ελληνική πόλος < πέλω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel- (κινώ, [γυρίζω]]) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική polarisation)

noun πόλωση · πολώσεις · πόλωσης · πολώσεων

  1. φυσική ονομασία διαφόρων φυσικών φαινομένων που σχετίζονται με τον προσανατολισμό ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (συνήθως εγκάρσιων ως προς τον άξονα μετάδοσής τους)
  2. φυσική, του φωτός φυσικό φαινόμενο στο οποίο το επίπεδο ταλάντωσης του ηλεκτρικού πεδίου του φωτός είναι το ίδιο για όλα τα φωτόνια
  3. φυσική το φαινόμενο της σταδιακής μείωσης μέχρι την εκμηδένιση της έντασης μιας φωτεινής ακτίνας, καθώς αυτή ανακλάται ή διαθλάται
  4. ηλεκτρολογία η επαναφορά της διαφοράς δυναμικού ανάμεσα σε δύο αγωγούς
  5. figuratively, μεταφορικά η κατάσταση ασυνεννοησίας, αδιαλλαξίας, αντιπαράθεσης και εχθρικών ενεργειών που ανακύπτει ανάμεσα σε δύο πλευρές (πόλους)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πόλωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πόλωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"πόλωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πόλωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}