πόνος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πόνος¹
- ˈpo.nos
Where it comes from
πόνος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόνος (σκληρή δουλειά)
noun πόνος · πόνοι · πόνου · πόνων · πόνο · πόνους
- δυσάρεστο οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται από κάποια δυσλειτουργία του σώματος, αρρώστια, φλεγμονή, χτύπημα κ.λπ. Ο πόνος έγινε δυσβάσταχτος.
- δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση που προέρχεται από άλλα συναισθήματα Τον κοίταξε με πόνο.
- μόχθος, κόπος
Similar: άλγος, κεντιά, οδύνη, σουβλιά, σφαγμός, σφαμός, σφάχτης, φαρμάκωμα, ντέρτι, φαρμάκι, καημός, σταυρός, βάσανο
Πόνος²
Where it comes from
Πόνος < πόνος
proper noun Πόνος · Πόνοι · Πόνου · Πόνων · Πόνο · Πόνους
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
In English
Talk about this word "πόνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. πόνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82 "πόνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πόνος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}