πόρνη
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
πόρνη
- ˈpoɾ.ni
Από πού έρχεται
πόρνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πόρνη
ουσιαστικό πόρνη · πόρνες · πόρνης · πορνών
- η γυναίκα που προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής αμοιβής ※ Για την πόρνη η συνουσία δεν είναι ερωτικός στόχος, παρά μέσον επιβιώσεως-επάγγελμα. Η ψυχή της πόρνης δεν ευφραίνεται εκ της συνουσίας. Η πόρνη (πρέπει να) υποδύεται ότι μετέχει στην συνουσία.
- προσβλητικός χαρακτηρισμός για ανήθικη γυναίκα → χρειάζεται παράθεμα
Παρόμοιες: ελαφρών ηθών, εταίρα, ιερόδουλη, καλντεριμιτζού, κοκότα, παλλακίδα, παρδαλή, παστρικιά, πουτάνα, τροτέζα, φότζα
Συνώνυμα και αντώνυμα
Στα αγγλικά
- prostitute a person having sex for profit
- whore prostitute
- slut sexually promiscuous woman
Συζήτησε αυτή τη λέξη "πόρνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. πόρνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%B7 "πόρνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%B7.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {πόρνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}