πόρος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πόρος¹
- ˈpo.ɾos
Where it comes from
πόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πόρος (πέρασμα)
noun πόρος · πόροι · πόρου · πόρων · πόρο · πόρους
- άνοιγμα, απ’ όπου μπορεί να περάσει κάποιος ή κάτι οι πόροι του δέρματος
- τα υλικά μέσα δεν έχει πόρους για να ζήσει
- το τμήμα ενός ποταμού, απ’ όπου περνούσαν απέναντι άνθρωποι ή ζώα ※ Τέλος, οι άνθρωποι και τα υποζύγια διέσχιζαν τα ποτάμια, περνώντας μέσα από το νερό, στο σημείο με το μικρότερο βάθος, τον «πόρο». (archaiologia.gr )
- resource: τα τμήματα υπολογιστικού συστήματος που συμβάλλουν σημαντικά στην απόδοσή του, όπως οι επεξεργαστές (CPU), κεντρική μνήμη, περιφερειακή μνήμη, κλπ.
- resource: οι διαθέσιμες λειτουργίες του λογισμικού ενός υπολογιστικού συστήματος, όπως το λειτουργικό σύστημα, οι βάσεις δεδομένων, κλπ
- οποιαδήποτε πληροφορία ή υπηρεσία (ιστοσελίδες, δεδομένα, πολυμέσα, κλπ.) είναι προσβάσιμη στο διαδίκτυο (internet)
Πόρος²
- ˈpo.ɾos
Where it comes from
Πόρος < πόρος
: (για τον αρχαίο δήμο) < αρχαία ελληνική Πόρος
proper noun Πόρος · Πόρου · Πόρο · Πόρε
-
νησί του Αργοσαρωνικού
※ Πρέπει να δείτε και το δικό μας δάσος, το λεμονοδάσος, απέναντι στον Πόρο. Είναι ένα μεγάλο δάσος από λεμονιές και πορτοκαλιές που σκεπάζει ολόκληρο το βουναλάκι. Καταπράσινο, όχι γκρίζο όπως αυτά τα ελιόδενδρα. (Κοσμάς Πολίτης, Λεμονοδάσος, 1930)
Similar: Καλαύρεια
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- δήμος της αρχαίας Αθήνας
In English
- pore a tiny opening in the skin
Talk about this word "πόρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. πόρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82 "πόρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πόρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}