πόρος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πόρος¹

  • ˈpo.ɾos

Where it comes from

πόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πόρος (πέρασμα)

noun πόρος · πόροι · πόρου · πόρων · πόρο · πόρους

  1. μικρό άνοιγμα, απ’ όπου μπορεί να περάσει κάποιος ή κάτι οι πόροι του δέρματος
  2. figuratively, μεταφορικά τα υλικά μέσα δεν έχει πόρους για να ζήσει
  3. dated, παρωχημένο το τμήμα ενός ποταμού, απ’ όπου περνούσαν απέναντι άνθρωποι ή ζώα ※ Τέλος, οι άνθρωποι και τα υποζύγια διέσχιζαν τα ποτάμια, περνώντας μέσα από το νερό, στο σημείο με το μικρότερο βάθος, τον «πόρο». (archaiologia.gr )
  4. υλικό υπολογιστή resource: τα τμήματα υπολογιστικού συστήματος που συμβάλλουν σημαντικά στην απόδοσή του, όπως οι επεξεργαστές (CPU), κεντρική μνήμη, περιφερειακή μνήμη, κλπ.
  5. λογισμικό resource: οι διαθέσιμες λειτουργίες του λογισμικού ενός υπολογιστικού συστήματος, όπως το λειτουργικό σύστημα, οι βάσεις δεδομένων, κλπ
  6. διαδίκτυο οποιαδήποτε πληροφορία ή υπηρεσία (ιστοσελίδες, δεδομένα, πολυμέσα, κλπ.) είναι προσβάσιμη στο διαδίκτυο (internet)

Πόρος²

  • ˈpo.ɾos

Where it comes from

Πόρος < πόρος

: (για τον αρχαίο δήμο) < αρχαία ελληνική Πόρος

proper noun Πόρος · Πόρου · Πόρο · Πόρε

  1. νησί του Αργοσαρωνικού ※ Πρέπει να δείτε και το δικό μας δάσος, το λεμονοδάσος, απέναντι στον Πόρο. Είναι ένα μεγάλο δάσος από λεμονιές και πορτοκαλιές που σκεπάζει ολόκληρο το βουναλάκι. Καταπράσινο, όχι γκρίζο όπως αυτά τα ελιόδενδρα. (Κοσμάς Πολίτης, Λεμονοδάσος, 1930)

    Similar: Καλαύρεια

  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. δήμος της αρχαίας Αθήνας

In English

  • pore a tiny opening in the skin

Talk about this word

Cite this
MLA

"πόρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πόρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"πόρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πόρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}