πόρτο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πόρτο¹
Where it comes from
πόρτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική porto (λιμάνι)
# πόρτο < Porto (πόλη της Πορτογαλίας)
noun πόρτο · πόρτα · πόρτου · πόρτων
- : άλλη λέξη για το λιμάνι, συνηθισμένη άλλοτε στις ελληνικές περιοχές όπου είχε εδραιωθεί περισσότερο η ενετοκρατία και η φραγκοκρατία ※ Μία βραδιὰ σὲ πόρτο ξενικὸ / εἶχα μεθύσει τρομερὰ μὲ οὐίσκυ, τζὶν καὶ μπύρα (Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού)
- πρώτο συνθετικό ονομασίας λιμένων της Ελλάδας, υπό την επίδραση και την ονοματοθεσία κυρίως των Ενετών Πόρτο - Λεόνε (= το λιμάνι του Πειραιά, παλαιότερα), Πόρτο - Λάγος, Πόρτο - Κάγιο
noun πόρτο · πόρτα · πόρτου · πόρτων
- γλυκό πορτογαλέζικο κρασί (από την ομώνυμη πόλη)
Πόρτο²
Where it comes from
Πόρτο < Porto και "o Porto" για τους Πορτογάλους < Portus Calle παλιότερα (λιμάνι Καλλαικών για τους αρχαίους Έλληνες)
proper noun Πόρτο
- βόρεια και παραλιακή πόλη της Πορτογαλίας που το αρχαιότερο όνομά της προσέφερε την ονομασία όλης της χώρας. Δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, πρωτεύουσα ομώνυμης επαρχίας
Talk about this word "πόρτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. πόρτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%BF "πόρτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πόρτο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}