πόσιμος

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

πόσιμος

Откуда оно

πόσιμος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peh₃-

прилагательное πόσιμος · πόσιμη · πόσιμο · πόσιμου · πόσιμης

  1. που μπορεί κάποιος να το πίνει (χωρίς αρνητικές συνέπειες) ή που προορίζεται για αυτή τη χρήση ※ Ολοκληρώθηκε και τέθηκε σε λειτουργία το έργο αποσιδήρωσης και απομαγγανίωσης του νερού στη Νέα Κούταλη, χάρη στο οποίο διοχετεύεται πλέον πόσιμο νερό στον οικισμό.

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"πόσιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πόσιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"πόσιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πόσιμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}