πύργος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πύργος¹

  • ˈpiɾ.ɣos

Where it comes from

πύργος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πύργος

:* για το πιόνι στο σκάκι < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική tour

:* για τον πυργίσκο < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική turret

noun πύργος · πύργοι · πύργου · πύργων · πύργο · πύργους

  1. οχυρωματική κατασκευή με μεγάλο ύψος και μικρή επιφάνεια σχετικά με το ύψος της, συχνά κυλινδρική και με πολεμίστρες· μπορεί να πρόκειται για μεμονωμένο κτίσμα ή για τμήμα ενός κάστρου ο Λευκός Πύργος στη Θεσσαλονίκη αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα της πόλης
  2. broadly, κατ’ επέκταση οποιαδήποτε κατασκευή με μεγάλο ύψος σχετικά με την επιφάνειά της τηλεπικοινωνιακός πύργος
  3. αρχιτεκτονική μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, κατοικία ευγενών κατά το Μεσαίωνα Ξεκίνησε με σπουδές ζώων και πορτρέτα συγγενών που ζωγράφιζε στον πύργο του στο Αλμπί, όμως η μεγάλη στροφή έγινε όταν πήγε στο Παρίσι και ανακάλυψε τον Ρενουάρ, τον Γκόγια, τον Μανέ, τον Ντεγκά, τους ιμπρεσιονιστές και την ιαπωνική τέχνη. (από άρθρο για τον Τουλούζ Λοτρέκ στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠ
  4. σκάκι πιόνι σε σχήμα πύργου που μπορεί να κινείται οριζόντια και κάθετα προχωρώντας όσα τετράγωνα επιθυμεί ο παίκτης
  5. τεχνολογία το κουτί που περιέχει τη μητρική κάρτα με τον επεξεργαστή και τα άλλα εξαρτήματα ενός σταθερού προσωπικού υπολογιστή, εφόσον το ύψος του είναι μεγαλύτερο από τις άλλες δύο διαστάσεις του
  6. στρατιωτικός όρος ο πυργίσκος

Πύργος²

  • piɾˈɣos

Where it comes from

Πύργος < πύργος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

proper noun Πύργος · Πύργοι · Πύργου · Πύργων · Πύργο · Πύργους

  1. πόλη της Ηλείας
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. πόλη της Βουλγαρίας, το Μπουργκάς
  4. Νέος Πύργος: ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πύργος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πύργος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"πύργος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πύργος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}