ράφτης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ράφτης¹
Where it comes from
ράφτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ράφτης < (ελληνιστική κοινή) ῥάπτης
noun ράφτης · ράφτες, ράφτηδες · ραφτάδες · ράφτη · ραφτών, ράφτηδων · ραφτάδων
- ο επαγγελματίας που ράβει ρούχα, συνήθως αντρικά κουστούμια ※ «..Και τι είχε παρακαλώ να του πει;» «Ότι λέει, φτάνει πια το νταραβέρι με το ράφτη, βούκινο έχει γίνει στο νησί, κι όσο την κρατάει στο μαγαζί, πλάι στην Όλγα μας, βγάζει κι η Όλγα όνομα κακό...» «Χριστός και Παναγιά», σταυροκοπήθηκε η παπαδιά, «τι νταραβέρι και αηδίες...» (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτ
Ράφτης²
- ˈɾa.ftis
Where it comes from
Ράφτης < επάγγελμα ράφτης
proper noun Ράφτης · Ράφτη · Ράφτηδες · Ράφτηδων
- ανδρικό επώνυμο
proper noun Ράφτης · Ράφτες · Ράφτη
- νησίδα στο Πόρτο Ράφτη
In English
- tailor person who makes, repairs, or alters clothing as profession
Talk about this word "ράφτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ράφτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82 "ράφτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ράφτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}