ράφτρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ράφτρα

Where it comes from

ράφτρα < ράφτης + κατάληξη θηλυκού -τρα

noun ράφτρα · ράφτρες · ράφτρας

  1. επάγγελμα γυναίκα που ράβει ρούχα κατ' επάγγελμα ※ την έχει σαν βασίλισσα! Με δικό της αυτοκίνητο, δούλες και παραδουλεύτρες, να'χει ράφτρες και κομμώτριες να την επισκέπτονται στο σπίτι, και δικό της οδηγό, ένα λεβεντόπαιδο (Χάρης Κ. Μεττής, Τα Κοράκια του Πόρτο Ράφτη και Άλλα Διηγήματα, εκδ. Ακακία, 2013)

Talk about this word

Cite this
MLA

"ράφτρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ράφτρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%84%CF%81%CE%B1

Chicago

"ράφτρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%84%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ράφτρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%84%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}