ρήγμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρήγμα

  • ˈɾiɣ.ma

Where it comes from

ρήγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥῆγμα < ῥήγνυμι

:* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rupture

noun ρήγμα · ρήγματα · ρήγματος · ρηγμάτων

  1. το σπάσιμο που εμφανίζει την εικόνα μιας γραμμής που διασπά μια ενιαία επιφάνεια Οι βολές με τους καταπέλτες προκάλεσαν πολλά ρήγματα στα τείχη της πόλης.
  2. γεωλογία η διάρρηξη (σπάσιμο) του στερεού φλοιού της γης Το ρήγμα νοτίως του νησιού έδωσε αρκετούς σεισμούς τα τελευταία χρόνια.
  3. figuratively, μεταφορικά το σπάσιμο (η διάσπαση) της εξωτερικής αμυντικής γραμμής
  4. figuratively, μεταφορικά η διάσπαση της ομοιογένειας ενός συνόλου λόγω σοβαρών αντιθέσεων οι δηλώσεις του υπουργού που έρχονται σε αντίθεση με την κυβερνητική πολιτική προκαλούν ρήγμα στην εικόνα της κυβέρνησης.

Similar: ρωγμή, ράγισμα

Thesaurus

noun

Similar: ρωγμή, ράγισμα

In English

  • split tear resulting from tensile stresses
  • crack thin space opened in a previously solid material
  • chasm difference of opinion

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρήγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ρήγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%BC%CE%B1

Chicago

"ρήγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρήγμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}