ρίγα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρίγα¹
- ˈri.ɣa
Where it comes from
ρίγα < μεσαιωνική ελληνική ρίγα < ιταλική riga < παλαιά ιταλική riga < λομβαρδική rīga < πρωτογερμανική *rīgǭ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁reyk- (χαράσσω, κόβω)
noun ρίγα · ρίγες · ρίγας · ριγών
- ευθεία γραμμή ή ράβδωση γραμμένη ή χαραγμένη οριζόντια ή κάθετα σε υφάσματα, χαρτί ή άλλου είδους επιφάνειες ※ Όχι, το μυστήριο με τις ρίγες της ζέβρας δεν έχει λυθεί. Μια νέα έρευνα όμως δείχνει να προχωρά ένα βήμα πιο κοντά στην απάντηση, καθώς δείχνει ότι το μοτίβο στο τρίχωμα του αφρικανικού ιπποειδούς ποικίλει ανάλογα με τη θερμοκρασία, και ίσως προστατεύει το ζώο από την υπερθέρμανση. (www.tovima.gr,
- χάρακας Τράβηξε μία ευθεία γραμμή με τη ρίγα του.
Ρίγα²
proper noun Ρίγα
- η πρωτεύουσα της Λετονίας
In English
- ruler measuring or drawing device
- straightedge tool used to draw, cut or check the straightness of straight lines
- Riga capital of Latvia
Talk about this word "ρίγα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. ρίγα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%B1 "ρίγα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρίγα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}