ρίγος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρίγος¹
- ˈɾi.ɣos
Where it comes from
ρίγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥῖγος
noun ρίγος · ρίγη · ρίγους · ριγών
- έντονο τρέμουλο ή ανατριχίλα που διαπερνά το σώμα εξαιτίας μεγάλης σωματικής έντασης (ως σύμπτωμα κούρασης) ή ψυχικής φόρτισης (ως εκδήλωση συγκίνησης ή οργής) ή μεγάλου ψύχους (ως σύμπτωμα πυρετού) ※ Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)
- μεγάλη συγκίνηση ρίγη ενθουσιασμού
Ρίγος²
Where it comes from
Ρίγος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ρίγος · Ρίγοι · Ρίγου · Ρίγων · Ρίγο · Ρίγους
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "ρίγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ρίγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%82 "ρίγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρίγος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}