ρίζα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρίζα¹

  • ˈɾi.za

Where it comes from

ρίζα < Οι σημασίες «μέρος φυτού», «πηγή, αιτία», «καταγωγή», «κατώτερο μέρος» < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥίζα. Οι ειδικές σημασίες στην γλωσσολογία, μαθηματικά και χημεία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ῥίζα < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική racine και γερμανική Wurzel.

noun ρίζα · ρίζες · ρίζας · ριζών

  1. βοτανική το μέρος φυτού που είναι ριζωμένο στο χώμα Μερικά λαχανικά, όπως το καρότο, είναι ρίζες και όχι καρποί.
  2. figuratively, μεταφορικά η πηγή, η αιτία αρνητικού φαινομένου ή προβλήματος Την ρίζα του προβλήματος την ξέρουμε όλοι.
  3. broadly, figuratively, plural normally, μεταφορικά, συνήθως στον πληθυντικό, κατ’ επέκταση σχέσεις, δεσμοί, αισθήματα που δένουν κάποιον σε έναν τόπο Έβγαλε ρίζες στο εξωτερικό και δεν λέει να γυρίσει εδώ παρά για λίγο.
  4. figuratively, plural, μεταφορικά, στον πληθυντικό, για βουνό οι πρόποδες Το χωριό βρίσκεται στις ρίζες του βουνού.

    Similar: παρώρεια, ριζά, ριζόβουνο

  5. γλωσσολογία το αρχικό και αμετάβλητο μέρος μιας λέξης από το οποίο μπορούν να παράγονται πολλά θέματα Το αρχικό τμήμα γραφ-, που απ' αυτό παράγονται με ποικίλους μορφοφωνολογικούς κανόνες όλες οι λέξεις της ομάδας αυτής, λέγεται ρίζα.
  6. μαθηματικά αριθμός ο οποίος μηδενίζει την τιμή μιας συνάρτησης Μια συνάρτηση μπορεί να μην έχει καμία ρίζα.
  7. especially, μαθηματικά, ειδικότερα αριθμός ο οποίος μηδενίζει την τιμή της συνάρτησης χ στην νιοστή (χ^ν) Η τετραγωνική ρίζα του δύο είναι άρρητος αριθμός.
  8. χημεία ομάδα ατόμων που δεν υφίσταται μεταβολή στην διάρκεια μιας χημικής αντίδρασης Η νιτρική ρίζα (NO⁻₃) αποτελείται από ένα άτομο αζώτου και τρία άτομα οξυγόνου και είναι φορτισμένη αρνητικά.

Ρίζα²

Where it comes from

Ρίζα < ρίζα

proper noun Ρίζα · Ρίζες · Ρίζας · Ριζών

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

  • race rhizome
  • root arithmetic: number or expression which when raised to a power gives the specifie

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρίζα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ρίζα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B1

Chicago

"ρίζα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρίζα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}