ρίχνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρίχνω
- ˈɾi.xno
Where it comes from
ρίχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρίχνω < *ρίφνω με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [fn] > [xn], μεταπλαστικός τύπος του *ρίφτω < αρχαία ελληνική ῥίπτω
verb ρίχνω · έριχνα · ρίξω · έριξα · ρίχνομαι · ρίχτηκα
- προκαλώ την κίνηση ενός αντικειμένου δίνοντάς του μια αρχική ώθηση με τα μέλη του σώματός μου ή μέσω μηχανισμού Ο τερματοφύλακας έριξε την μπάλα στον συμπαίκτη του.
- προκαλώ την πτώση ενός αντικειμένου Από απροσεξία έριξα κάτω το βάζο και το έσπασα.
- γκρεμίζω Έριξα έναν τοίχο για να μεγαλώσω το σαλόνι.
- με έντεχνο τρόπο κερδίζω τη συναίνεση (συμφωνία, έγκριση κλπ) κάποιου Με τις γαλιφιές τον έριξε τελικά τον πατέρα της και της αγόρασε αυτοκίνητο.
- μειώνω Το μαγαζί εκείνο έριξε πολύ τις τιμές τελευταία.
- υποβιβάζω Με την συμπεριφορά του έριξε το επίπεδο της επικοινωνίας.
- αδικώ κάποιον Με την επίτευξη της συμφωνίας έγινε φανερό ότι τον είχε ρίξει ο συνέταιρός του.
- εξωθώ, οδηγώ κάποιον σε άσχημη συμπεριφορά ή κατάσταση Ο θάνατος του γιου του τον έριξε στην κατάθλιψη.
- επιβάλλω Του έριξε μια ποινή, που το φυσάει και δεν κρυώνει.
- λανσάρω, προωθώ Η εταιρεία έριξε νέα μοντέλα αυτοκινήτων στην αγορά.
- αποδίδω, επιρρίπτω Έριξαν όλη την ευθύνη για την ήττα στις εκλογές στον αρχηγό του κόμματος.
- αφοσιώνομαι σε κάτι σε υπερβολικό βαθμό Ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά.
- λέω κάτι σύντομα, διατυπώνω μια νέα ιδέα, προτείνω Έριξε την ιδέα να κάνουν εξαγωγές των προϊόντων της εταιρείας στη Βουλγαρία.
- τοποθετώ Έριξε όλες τις αποταμιεύσεις του σε αμοιβαία κεφάλαια.
- χτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω Πήρε δάνειο και έριξε ένα τριώροφο.
- πυροβολώ Έριχνε στο ψαχνό. Ήταν σε κατάσταση αμόκ.
- εκτελώ με τουφεκισμό Τον Κώστα θα τον ρίξουν αύριο.
- καταρρίπτω Οι στρατιώτες κατάφεραν να ρίξουν το εχθρικό αεροσκάφος.
In English
Talk about this word "ρίχνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. ρίχνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%BD%CF%89 "ρίχνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρίχνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}