ραγδαία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ραγδαία

Where it comes from

ραγδαία < ραγδαίος

adverb ραγδαία

  1. με μεγάλη ένταση και ταχύτητα ※ Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γ

adjective ραγδαία

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραγδαίος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ραγδαίος

Talk about this word

Cite this
MLA

"ραγδαία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ραγδαία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ραγδαία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ραγδαία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}