ραγιαδισμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ραγιαδισμός

  • ɾa.ʝa.ðiˈzmos

Where it comes from

ραγιαδισμός < ραγιάδ(ες) + -ισμός

noun ραγιαδισμός · ραγιαδισμοί · ραγιαδισμού · ραγιαδισμών · ραγιαδισμό · ραγιαδισμούς

  1. το να έχει κάποιος ραγιάδικη νοοτροπία, αποδέχεται την μοίρα του ραγιά και τη δουλεία ※ Όπως συμβαίνει πάντοτε με τη φύτρα μας, αυτή είναι η φωτεινή όψη στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Γιατί υπάρχει και η σκοτεινή - ο ραγιαδισμός, το βόλεμα και οι προσκυνημένοι στον κατακτητή (Κώστας Σκανδαλίδης, Οι Έλληνες, Τετράδια Πατριδογνωσίας, εκδ. Καστανιώτη, 2012)

Similar: δουλοφροσύνη, υποτακτικότητα, δουλοπρέπεια

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ραγιαδισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ραγιαδισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ραγιαδισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ραγιαδισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}