ραντεβού

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ραντεβού

  • ɾan.deˈvu

Where it comes from

ραντεβού < (λόγιο δάνειο) γαλλική rendez-vous

noun ραντεβού

  1. συνάντηση σε προκαθορισμένο σημείο και χρόνο ※ Τέλος, ανανέωσε το ραντεβού για πριν το Πάσχα όπου θα έχει ολοκληρωθεί η πλήρης προετοιμασία ώστε να συμπληρωθούν και να διορθωθούν τυχόν παραλείψεις και αβλεψίες με στόχο την ασφάλεια και την εύνομη λειτουργία του κάθε νησιού, ώστε να αισθάνονται όλοι ότι έρχονται σε έναν τόπο ασφαλή, που προστατ
  2. ερωτική συνάντηση ※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σ

In English

  • appointment arrangement for a meeting; an engagement
  • tryst prearranged meeting, now especially between lovers
  • rendezvous meeting or date

Talk about this word

Cite this
MLA

"ραντεβού." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%B2%CE%BF%CF%8D. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ραντεβού. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%B2%CE%BF%CF%8D

Chicago

"ραντεβού." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%B2%CE%BF%CF%8D.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ραντεβού},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%B2%CE%BF%CF%8D},
  urldate = {2026-11-07}
}