ρατσιστής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρατσιστής

Where it comes from

ρατσιστής < ρατσισ(μός) + -τής

noun ρατσιστής · ρατσιστές · ρατσιστή · ρατσιστών

  1. ο οπαδός του ρατσισμού, αυτός που διακηρύσσει ότι μία φυλή έχει κάποια εγγενή χαρακτηριστικά που την καθιστούν ανώτερη από τις άλλες
  2. αυτός που χαρακτηρίζεται από προκατάληψη εναντίον αυτών που δεν ανήκουν στην δικη του, την υποτιθέμενη "ανώτερη" φυλή. Και γενικότερα αυτός που χαρακτηρίζεται από προκατάληψη εναντίον των ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.

In English

  • racist person who believes a particular race is superior to others.

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρατσιστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ρατσιστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"ρατσιστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρατσιστής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}