ραφή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ραφή

Where it comes from

ραφή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥαφή < ῥάπτω (ράβω)

:* για την ιατρική > (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥαφή

noun ραφή · ραφές · ραφής · ραφών

  1. η γραμμή κατά μήκος της οποίας ενώνονται δύο τμήματα ρούχου, παπουτσιού ή άλλου δερμάτινου είδους που έχουν ραφτεί ※ Αυτή ήταν η κυρία Νίτσα, μητέρα Μενελάου, ιδιοκτήτρια βίλας με κοτέτσι. Μαλλί κόκαλο από τη λακ, δαντελένιο ταγέρ μαύρο, καρφίτσα στο πέτο, καλσόν με ραφή -για μεγαλύτερη επισημότητα- και παντούφλα λουστρίνι- για μεγαλύτερη άνεση (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. ιατρική ραμμένη τομή στο ανθρώπινο δέρμα
  3. η γραμμή ένωσης δύο τμημάτων του κρανίου

In English

  • stitch arrangement of stitches or method of stitching in sewing
  • suture seam

Talk about this word

Cite this
MLA

"ραφή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ραφή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE

Chicago

"ραφή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ραφή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}