ρείθρο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρείθρο
Where it comes from
ρείθρο < αρχαία ελληνική ῥεῖθρον (=κοίτη ποταμού) < αρχαία ελληνική ῥέω
noun ρείθρο · ρείθρα · ρείθρου · ρείθρων
- αυλάκι στις άκρες και κατά μήκος ενός δρόμου ή πεζοδρομίου που χρησιμεύει ως αγωγός των βρόχινων υδάτων Τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν ξυστά από δίπλα μου, το στενό πεζοδρόμιο και το ρείθρο με τις λάσπες, τα σαπισμένα φύλλα, τα αποτσίγαρα και χρησιμοποιημένα εισιτήρια του τρόλεϊ (Έλενα Χουρμουζιάδου, Η ιδιαιτέρα, 1998)
- αυλάκι διαδρόμου μπόουλινγκ
Talk about this word "ρείθρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B8%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ρείθρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B8%CF%81%CE%BF "ρείθρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B8%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρείθρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B8%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}