ρεβανσισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρεβανσισμός

Where it comes from

ρεβανσισμός < (άμεσο δάνειο) γαλλική revanchisme < revanche (εκδίκηση) < λατινική vindico < dico < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα*deyḱ-

noun ρεβανσισμός · ρεβανσισμοί · ρεβανσισμού · ρεβανσισμών · ρεβανσισμό · ρεβανσισμούς

  1. πολιτική πολιτικός και κοινωνικός όρος ο οποίος δηλώνει τη στάση που καλλιεργείται αποκλειστικά από το πνεύμα της αντεκδίκησης ύστερα από μία ήττα Ο ρεβανσισμός και η μισαλλοδοξία των διοικούντων απέναντι στους εργαζόμενους που δεν γονατίζουν μπροστά στις απειλές και την τρομοκρατία, θα απαντηθεί από εμάς όπως πρέπει και με την διάρκεια που αρμόζει. (*)

In English

  • revanchism political policy of endeavouring to regain lost territory

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρεβανσισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ρεβανσισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ρεβανσισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρεβανσισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}