ρεπόρτερ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρεπόρτερ¹
Where it comes from
ρεπόρτερ < (άμεσο δάνειο) αγγλική reporter • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun ρεπόρτερ
- ο συντάκτης που κάνει ρεπορτάζ. Ο δημοσιογράφος που δεν είναι εσωτερικός συντάκτης, αλλά διερευνά θέματα με επιτόπιο ρεπορτάζ ή τηλεφωνικά ή με άλλα μέσα, ελέγχει μια είδηση χρησιμοποιώντας τις πηγές του και στη συνέχεια αναφέρει στους εσωτερικούς συντάκτες όσα γνωρίζει ώστε να συμφωνηθεί η έκταση και η γενική παρουσίαση του θέματός του, δηλαδή του ρεπορτάζ ※ «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)
Ρεπόρτερ²
Where it comes from
Ρεπόρτερ < ρεπόρτερ
proper noun Ρεπόρτερ · Reporter
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
- reporter journalist
Talk about this word "ρεπόρτερ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B5%CF%81. Accessed 7 Nov. 2026. ρεπόρτερ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B5%CF%81 "ρεπόρτερ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B5%CF%81.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρεπόρτερ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B5%CF%81},
urldate = {2026-11-07}
}