ρεύμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρεύμα
- ˈɾev.ma
Where it comes from
ρεύμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥεῦμα < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *srew- (ρέω)
:* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική courant
noun ρεύμα · ρεύματα · ρεύματος · ρευμάτων
- η κίνηση υγρής ή αέριας μάζας προς κάποια κατεύθυνση ※ «αισθάνεσαι να έρχεται από μια σπηλιά στην αριστερή όχθη ένα ψυχρό ρεύμα αέρα» (tovima.gr)
- η κίνηση οχημάτων σε ένα δρόμο προς μία ορισμένη φορά ※ «δόθηκε στην κυκλοφορία και ο κλάδος προς Αθήνα ... με το αντίθετο ρεύμα να αναμένεται να παραδοθεί» (kathimerini.gr)
- ένα σύνολο ανθρώπων που μετακινούνται μαζικά ※ «αναλογικά ωστόσο με τον πληθυσμό της χώρας, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των κρατών με τα σημαντικότερα μεταναστευτικά ρεύματα» (tovima.gr)
- η μαζική υποστήριξη ή εφαρμογή της
- το σύνολο των ανθρώπων που την υποστηρίζουν
- η προσανατολισμένη κίνηση ηλεκτρικών φορτίων το ηλεκτρικό ρεύμα μετριέται σε Αμπέρ
In English
- current time rate of flow of electric charge
- tide current, stream, flood
- race fast moving current of water
- power electricity, electricity supply
- electric current measurement of the rate of flow of electric charge
Talk about this word "ρεύμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. ρεύμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BC%CE%B1 "ρεύμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρεύμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}