ρηξικέλευθος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρηξικέλευθος
Where it comes from
ρηξικέλευθος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ῥήγνυμι (ανοίγω) + θηλυκό ουσιαστικό: (η) κέλευθος (σημασία: δρόμος)
adjective ρηξικέλευθος · ρηξικέλευθη · ρηξικέλευθο · ρηξικέλευθου · ρηξικέλευθης
- που αποτελεί σημαντική πρόοδο και ανοίγει νέους δρόμους σε ένα τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας ή τρόπο σκέψης (επιστήμη, πολιτική, κοινωνία, οικονομία κ.α.) οριοθετώντας μία τομή σε σχέση με τα καθιερωμένα ή γνωστά έως την εμφάνισή του
Similar: επαναστατικός, καινοτόμος, πρωτοποριακός, ριζοσπαστικός
Thesaurus
adjective
Similar: επαναστατικός, καινοτόμος, πρωτοποριακός, ριζοσπαστικός
Talk about this word "ρηξικέλευθος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B7%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ρηξικέλευθος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B7%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%BF%CF%82 "ρηξικέλευθος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B7%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρηξικέλευθος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B7%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}