मिकविन

ρητορική

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

ρητορική¹

  • ɾi.to.ɾiˈci

यह कहाँ से आया

ρητορική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥητορική, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ῥητορικός < ῥήτωρ

संज्ञा ρητορική · ρητορικές · ρητορικής · ρητορικών

  1. η τεχνική της χρήσης του λόγου, προφορικού ή γραπτού, ώστε να είναι πειστικός, αποτελεσματικός
  2. figuratively, συνεκδοχικά τα μέσα που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένο ύφος λόγου η ρητορική των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης, του φεμινισμού, του οικολογικού κινήματος, του εθνικισμού
  3. φιλολογία η μελέτη της τέχνης του λόγου Τους προηγούμενους αιώνες το μάθημα της ρητορικής διδασκόταν σε πολλά πανεπιστήμια όλου του κόσμου.
  4. τίτλος βιβλίου, με κεφαλαίο αρχικό: Ρητορική η «Ρητορική» του Αριστοτέλη

विशेषण ρητορική · ρητορικές · ρητορικής · ρητορικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρητορικός

Ρητορική²

यह कहाँ से आया

Ρητορική < → λείπει η ετυμολογία

व्यक्तिवाचक संज्ञा Ρητορική

  1. γυναικείο όνομα

अंग्रेज़ी में

  • rhetoric art of using language for persuasion
  • oratory art of public speaking

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"ρητορική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ρητορική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"ρητορική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρητορική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}