米克温

ριζάρι

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

ριζάρι¹

  • ɾiˈza.ri

它从哪里来

ριζάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ριζάριν < ελληνιστική κοινή ῥιζάριον < υποκοριστικό του ῥίζα

名词 ριζάρι · ριζάρια · ριζαριού · ριζαριών

  1. φυτό φυτό του οποίου οι ρίζες χρησιμοποιούνταν για τη παρασκευή κόκκινης βαφής ※ Κοινὸν τῆς ἑλληνικῆς χλωρίδος φυτὸν, φυόμενον εἰς θαμνοτόπους καὶ εἰς φράκτας, γνωστὸν ὡς ριζάρι ἢ ἀλιζάρι, (…) ἐχρησιμοποιεῖτο εἰς τὴν βαφὴν τῶν ὑφασμάτων.

相近词: ερυθρόδανο, ρουβία, τραγανάδι, τραγανίδι

名词 ριζάρι · ριζάρια · ριζαριού · ριζαριών

  1. άλλη μορφή του αλιζάρι

Ριζάρι²

  • ɾiˈza.ɾi

它从哪里来

Ριζάρι < ριζάρι• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

专有名词 Ριζάρι · Ριζάρια · Ριζαριού · Ριζαρίου · Ριζαριών · Ριζαρίων

  1. χωριό της Πέλλας

同义词与反义词

英语

讨论这个词

引用
MLA

"ριζάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ριζάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%AC%CF%81%CE%B9

Chicago

"ριζάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%AC%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ριζάρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%AC%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}