ριζοβολώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ριζοβολώ

  • ɾi.zo.voˈlo

Where it comes from

ριζοβολώ < ελληνιστική κοινή ῥιζοβολέω / ῥιζοβολῶ < αρχαία ελληνική ῥίζα + βάλλω

verb ριζοβολώ · ριζοβολάω · ριζοβολούσα · θα ριζοβολάω · θα ριζοβολώ

  1. literally, κυριολεκτικά βγάζω ή απλώνω ρίζες Οποιοδήποτε μέρος του φυτού ριζοβολά, κάνοντας πολύ εύκολη την αναπαραγωγή του. (*)
  2. figuratively, μεταφορικά σταθεροποιούμαι και αρχίζω και αναπτύσσομαι «Όποια των φύλλων η γενιά τέτοια και των ανθρώπων». / Μα απ᾽ τους ανθρώπους λιγοστοί κι αν το γρικήσαν τούτο / μες στην ψυχή τους το έκλεισαν· γιατί καθένας θρέφει / ελπίδα, που ριζοβολά στα στήθια αντρών και νέων· / Κι όσο κανένας άνθρωπος κατέχει το λουλούδι / της νιότης το πολυακριβό, με τ᾽ αλαφρ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ριζοβολώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ριζοβολώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%8E

Chicago

"ριζοβολώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ριζοβολώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}