ροδέλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ροδέλα

Where it comes from

ροδέλα < ιταλική rondella

noun ροδέλα · ροδέλες · ροδέλας · ροδελών

  1. αντικείμενο με κυκλικό σχήμα ※ Συνεχίζουμε, τοποθετώντας επάνω από τον γαλέο τις ροδέλες της ντομάτας, τα κρεμμύδια, τις πιπεριές και το τυρί. Ραντίζουμε με το ελαιόλαδο και ψήνουμε έως ότου πάρει χρώμα το φαγητό. Μόλις το βγάλουμε από τον φούρνο, πασπαλίζουμε με ρίγανη και φρεσκοτριμμένο πιπέρι. (Γαλέος σαγανάκι, Το Βήμα, 10/0
  2. μικρό κυκλικό αντικείμενο από δέρμα, καουτσούκ ή μέταλλο, που χρησιμεύει για το καλύτερο σφίξιμο της βίδας.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ροδέλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ροδέλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CE%B1

Chicago

"ροδέλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ροδέλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}