ροδιά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ροδιά¹

  • ɾoˈðʝa

Where it comes from

ροδιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥοδ(ῆ) + -ιά

noun ροδιά · ροδιές · ροδιάς · ροδιών

  1. φυτό οπωροφόρο φυτό (δέντρο ή θάμνος, Punica granatum) ※ Οδυσσέας Ελύτης, Η τρελή ροδιά, 1η στροφή, στα ※ Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Β' Λυκείου, Β' τεύχος Η τρελή ροδιά - Το ποίημα είναι γεμάτο από αισθήματα αισιοδοξίας και εικόνες της ελληνικής φύσης, που μέσα στη φαντασία του ποιητή συμπλέκονται με τη μόνιμη εικόνα μιας τρελής ροδιάς. […] Σ' α

noun ροδιά · ροδιές · ροδιάς · ροδιών

  1. familiar, προφορικό ίχνος από ρόδα αυτοκινήτου ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Ροδιά²

Where it comes from

Ροδιά < ροδιά / γενική ενικού του αρσενικού Ροδιάς

proper noun Ροδιά · Ροδιές · Ροδιάς · Ροδιών

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Ροδιάς)
  3. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ροδιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ροδιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC

Chicago

"ροδιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ροδιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}